Σύμφωνα με τον καθηγητή
Δημήτρη Βελισσαρόπουλο
(1920), η γνωριμία μας με την Ινδική
Φιλοσοφία που από πολλές
απόψεις βρίσκεται στον
αντίποδα της Ελληνικής,
θα μας εισαγάγει σε τρόπου
σκέψεις και σε νοηματικά
οικοδομήματα, που με την
ρασιοναλιστική απόκλισή
του, ο άνθρωπος της Δύσης
δύσκολα μπορεί να αποδεχτεί,
που περιέχουν όμως δυνατότητες
διαφορετικής προσπελάσεως
μερικών από τα παραδοσιακά
προβλήματα που απασχόλησαν
επί αιώνες την δυτική συστηματική
φιλοσοφία.
Αντίθετα
προς ότι συνήθως το ευρύ
κοινό πιστεύει, δεν υπάρχει
μυστήριο στην Ινδική Φιλοσοφία,
δηλαδή δεν υπάρχει αλήθεια
που να μη μπορεί κανείς
να εκφραστεί σε γλώσσα
καταληπτή. Υπό την προϋπόθεση
ότι θα κατανοηθεί καλά
ότι η ινδική φιλοσοφία
αποβλέπει όχι τόσο στην
μετάδοση γνώσεων, όσο
στην δημιουργία πνευματικής
διαθέσεως ή διανοητικής
κλίσεως, ικανής να μας
οδηγήσει στο βίωμα μιας
ευρύτερης πραγματικότητας,
κείμενης πίσω από τον κόσμο
των φαινόμενων.
( Με άλλες
λέξεις η ινδική σκέψη, προσπαθεί
, όχι να μας πείσει, αλλά
να μας κάνει να ζήσουμε,
να νιώσουμε, ότι πίσω από
την άπειρη ποικιλία των
όντων, υπάρχει μία αρχή από
όπου όλα εκπορεύονται,
που τα συνδέει, τα ενοποιεί
και τους δίνει νόημα.)
Στην αρχαία Ελλάδα για
πρώτη φορά το Εγώ του ανθρώπου
απέκτησε σημασία σαν προσωπικότητα
μοναδική και ανεπανάληπτη
στην ιστορία της ανθρωπότητας.
Ο Σωκράτης καθιέρωσε
την αυθύπαρκτη αξία της
ανθρώπινης προσωπικότητας. Στην Ινδία η προσωπικότητα
δεν θεωρήθηκε παρά ένα
εφήμερο προσωπείο που
όσο γρηγορότερα κατόρθωνε
να αποβάλλει ο άνθρωπος
τόσο το καλύτερο.
Έντονο
χαρακτηριστικό, κατά κανόνα,
της ελληνικής σκέψης είναι
η λογική ανάλυση, της δε
αρχαίας ινδικής η βιωματική
προσπέλαση.
Σύμφωνα με
τον Radhakrishnan που είναι ο μεγαλύτερος
ίσως από τους σύγχρονους
Ινδούς φιλοσόφους και
άλλοτε Πρόεδρος της χώρας
του: αν αναφερθούμε στα
επιτεύγματα της Ινδίας
στον τομέα της θετικής
επιστήμης, θα δούμε ότι
οι αρχαίοι Ινδοί έθεσαν
τα θεμέλια των μαθηματικών
και της τεχνολογίας. Μέτρησαν
τα οικόπεδα, διαίρεσαν
τον χρόνο, χαρτογράφησαν
τους ουρανούς, προσδιόρισαν
την πορεία του ήλιου και
των πλανητών, ανέλυσαν την
σύσταση της ύλης και μελέτησαν
την φύση των πουλιών, των ζώων,
των φυτών και των σπόρων, αιώνες
δε πριν από τον Κοπέρνικο
ελέχθη από τον Aitareya Brahmana ότι «ο
ήλιος ούτε ανατέλλει
ούτε δύει».
Επειδή όμως
η κύρια έκφραση χαρακτηρίζει
έναν πολιτισμό, σύμφωνα με
τους Ινδολόγους, η κύρια
προσπάθεια της ινδικής
διανόησης ήταν η μεταφυσική
και η θρησκεία.
Σημαντικό
ρόλο στην ινδική φιλοσοφία
έχει η διδασκαλία των ασκήσεων,
Ασάνας, με τις οποίες ο
Ινδός επιδιώκει την δημιουργία
σωματικών και ψυχικών όρων,
που θα του επιτρέψουν
να γνωρίσει την υπέρτατη
αλήθεια. Η φιλοσοφία
της Γιόγκα συγκεντρώνει
το κύριο μέρος της προσπάθειάς
της στον καθορισμό των πρακτικών
μεθόδων για την πραγμάτωση
της λύτρωσης. Η λατρεία
του Θεού δεν είναι παρά
ένας τρόπος από τους οποίους
ο άνθρωπος μπορεί να επιτύχει
την λύτρωσή του.
Η Γιόγκα
εντάσσεται στα έξι Ορθόδοξα
φιλοσοφικά συστήματα,
Darshanas (απόψεις η όψεις της πραγματικότητας)
( Prof. D.S.Sharma) Nyaya Vaishesika Samkya Yoga Mimamsa Vedanta
Παλαιότερη
εποχή 1500πχ-100μχ. Άρειοι, Βέδες,
Μάντρας, Brahmanas (ιεροτελεστικοί
κανόνες), Upanishads, Mahabharata, Ramayana, Bhagavad Gita, Buddhism: Hinayana, Mahayana,
Tantra, Μέση Εποχή 1000μχ- 1750μχ Bhakti, μουσουλμάνοι
10-11 αι. Σύγχρονη Εποχή 1750-σήμερα
(βρετανική κατάκτηση, ως
σήμερα)
Η Ιλιανάντα
μιλάει για την Γιόγκα στην
Χρύσα Βλαχοπούλου στα
πλαίσια εργασίας για
την Σχολή Καλών Τεχνών του
ΑΠΘ.
Αποσπάσματα από την ΙΣΤΟΡΙΑ
ΤΗΣ YOGA (Linda Sparrowe) Μεταφράσεις από
τα μέλη του Yoga Arts
ΒΕΔΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
H λέξη "yoga" εμφανίστηκε περίπου
το 1500 π.χ., την περίοδο που ο
Πολιτισμός της Χαράπα άρχισε
να παρακμάζει. Η γρήγορη
παρακμή του ενισχύθηκε,
όπως θεωρούν οι μελετητές,
από την εισβολή των Αρίων
βαρβάρων. Οι νομάδες εισβολείς
μην εκτιμώντας την αξία του
εκλεπτυσμένου πολιτισμού
που είχε δημιουργήσει
ο πολιτισμός της Χαράπα,
τον κατέστρεψαν σε πολύ
σύντομο χρονικό διάστημα.
Οι εισβολείς έφεραν
μαζί τους τον Βραχμανισμό,
μια σύνθετη θρησκευτική
παράδοση βασισμένη στη
θυσία και το τελετουργικό
που αποτέλεσαν τη βάση
του σύγχρονου Ινδουισμού
και εισήγαγαν την έννοια
της yoga. Τα ιερά κείμενα του
Βραχμανισμού, γνωστά ως
Βέδες (Vedas), περιέχουν ένα
συνονθύλευμα από ξόρκια
και οδηγίες σε ποιητική
μορφή και πεζό λόγο. Τα
πρώτα τρία βιβλία, Ριγκβέδα
(Rig Veda), Σάμα Βέδα (Sama Veda) και Γιαζουρβέδα
(Yajur Veda), χρησιμοποιήθηκαν αποκλειστικά
από τις ιερατικές τάξεις
των Βραχμάνων. Ένα πιο πρόσφατο,
τέταρτο βιβλίο ονομαζόμενο
Αταρβα βέδα (Atharva Veda) παρείχε
στους ιδιοκτήτες σπιτιών
ξόρκια και οδηγίες για
την καθημερινή ζωή. Οι μελετητές
αντιμετωπίζουν πρόβλημα
στο να επισημάνουν την αρχή
της εμφάνισης των Vedas, αλλά
γενικά συμφωνούν ότι τα
ιερά αυτά κείμενα χρονολογούνται
τουλάχιστον 3.500 έτη. Η πρώτη
αναφορά της λέξης yoga εμφανίζεται
στη Rig Veda, το παλαιότερο από
τα ιερά κείμενα. Σε αυτό
το βεδικό βιβλίο, που
αποτελεί μια συλλογή
ύμνων ή μάντρας (mantras), ορίζεται
η yoga ως "ζέψιμο" ή "πειθαρχία,"
αλλά δεν προσφέρει καμία
συνοδευτική συστηματική
πρακτική. Ο όρος yoga εμφανίζεται
πάλι στην Atharva Veda και πιο συγκεκριμένα
στο δέκατο πέμπτο βιβλίο
(Vratya Kanda). Πάλι αναφέρεται μόνο
ως μέσο της ‘χαλιναγώγησης’
ή του ζεψίματος’. Αυτή
τη φορά όμως είναι η αναπνοή
που χρειάζεται έλεγχο.
Το Vratya Kanda παρουσιάζει μια ομάδα
ανδρών, τους vratyas, που ενδεχομένως
είναι ιερείς της γονιμότητας,
οι οποίοι λάτρεψαν τον
Rudra, τον Θεό του αέρα. Θεωρούμενοι
από τους παραδοσιακούς
Βραχμάνους ως φρικτά περιθωριακά
στοιχεία, οι vatryas, συνέθεσαν
και εκτέλεσαν τραγούδια
και μελωδίες. Βρήκαν πως
θα μπορούσαν να τραγουδήσουν
τα τραγούδια τους πολύ
καλύτερα -και να κρατήσουν
πιθανώς τις νότες περισσότερο-
εάν ασκούσανε την λεγόμενη
πραναγιάμα (pranayama), έναν τύπο ελέγχου
της αναπνοής. Αυτή, λοιπόν,
είναι η αρχή της yoga όπως την
ξέρουμε, πρώτη αναφορά μιας
φυσικής δραστηριότητας,
τμήμα μιας πειθαρχίας ή
πρακτικής. Θα χρειαστεί
να περάσουν γύρω στα 800 χρόνια
πριν η ιστορία φέρει στο
φως περισσότερες πληροφορίες
για την ανάπτυξη της yoga.
Η ΠΡΟΚΛΑΣΙΚΗ
ΠΕΡΙΟΔΟΣ
Ελάχιστα
περισσότερο από ένα ουσιαστικό
και μια πειθαρχία εν τω
γίγνεσθαι στις Βέδες,
η yoga διαδραμάτισε έναν πιο
προεξέχοντα ρόλο στις
Ουπανισάδες (Upanishads), οι ιερές
αποκαλύψεις του αρχαίου
Ινδουισμού. Οι πρώιμες
διδασκαλίες της χρονολογούνται
τουλάχιστον από το 800 έως
500 π.χ. Η λέξη Upanishads συνδυάζει το
ρήμα "shad," που σημαίνει να
καθίσει, με "το upa" που σημαίνει
πλησίον και το ‘νι’ που
σημαίνει κάτω, και προτείνει
ότι ο μόνος τρόπος που ένας
σπουδαστής θα μπορούσε
να μάθει τις αλήθειες,
που είναι κρυμμένες σε
αυτές τις αποκαλύψεις,
είναι να καθίσει στο πόδι
του γκουρού ή του δασκάλου
του.
Οι Upanishads περιείχαν λίγα
από ότι θα αποκαλούσαμε
πρακτική άσκηση (asana) yoga. Αντί
αυτού, η yoga αναφέρεται με
έναν γενικότερο τρόπο σε
μια πειθαρχία ή σ’ ένα μονοπάτι
για να επιτευχθεί η απελευθέρωση
από τον πόνο. Συγκεκριμένα
δύο είδη yoga έχουν εξέχουσα
θέση κατά τη διάρκεια αυτής
της περιόδου: karma yoga, το μονοπάτι
της δράσης ή τελετουργίας,
και jnana yoga, το μονοπάτι της γνώσης
ή της επίμονης μελέτης
των γραφών. Και τα δύο μονοπάτια
οδηγούσαν στην απελευθέρωση
ή το διαφωτισμό.
Οι μυστικές
διδασκαλίες των Upanishads διαφέρουν
σημαντικά από τα Βεδικά
πατερικά κείμενα. Οι Βέδες
δίδαξαν την ευγενική τέχνη
της θυσίας: εξωτερικές
προσφορές στους Θεούς
με αντάλλαγμα μια ειρηνική
και καρποφόρα ζωή. Αυτή
η μορφή karma yoga περιλάμβανε συγκεκριμένες
τελετουργίες και θυσίες
που θα έπρεπε οι άνθρωποι
να εκτελέσουν προκειμένου
να κατευναστούν οι Θεοί
και να απαλλαχθούν από
τον πόνο. Οι Upanishads ‘πάντρεψαν’
επίσης τη θυσία ως ένα
μέσο προς την απελευθέρωση,
αλλά επέλεξαν μια εσωτερική,
περισσότερο μυστικιστική
έκφραση εκείνης της θυσίας.
Οι γκουρού δίδαξαν ότι
ο Εαυτός ή το Εγώ (όχι ένα
ζώο ή φυτό) πρέπει να θυσιαστεί
προκειμένου να επιτευχθεί
η απελευθέρωση. Ο τρόπος
για να γίνει αυτό, όπως παρουσίασαν
αυτές οι αποκαλύψεις,
έρχεται όχι μέσω της δράσης
ή της τελετουργίας αλλά
μέσω της γνώσης και της
σοφίας (jnana yoga).
Οι Upanishads, συνολικά,
επικεντρώθηκαν στις ακόλουθες
βασικές αλήθειες:
•
Η αληθινή ουσία (ο Εαυτός
με κεφαλαίο "Ε") είναι
η ίδια με την ουσία του
σύμπαντος, ή του Μπράχμαν
(Brahman). Αυτή η ουσία –αυτό που
θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε
ψυχή- καλείται Atman. • Ο καθένας
υπόκειται στη γέννηση, το
θάνατο και την αναγέννηση. • Οι ενέργειές σε αυτήν
την ζωή καθορίζουν τη φύση
της αναγέννησής σας (το
δόγμα του karma). Αυτή η κατανόηση
του karma λέει ότι εάν κάνετε
καλές πράξεις καθ' όλη
τη διάρκεια της ζωής σας,
θα αναγεννηθείτε στη μήτρα
μιας γυναίκας από μια υψηλή
κάστα. Εάν κάνετε το κακό,
είναι πιθανό να βρεθείτε
στη υποδεέστερη μήτρα
ενός χοίρου, ή ενός σκυλιού,
ή, ίσως χειρότερα, ενός
περιθωριακού. • Μπορείτε
να αντιστρέψετε τα αποτελέσματα
του κακού karma μέσω συγκεκριμένων
πνευματικών πρακτικών (δηλ.
εσωτερικές θυσίες) όπως
τον διαλογισμό και την
απάρνηση. Η απάρνηση σας επιτρέπει
να προσφέρετε τους καρπούς
των ενεργειών σας και να
απαρνηθείτε οποιεσδήποτε
ενέργειες που τροφοδοτούνται
από την επιθυμία ή το πάθος.
Σε πιο πρόσφατα κείμενα
των Upanishads, η γιόγκα έγινε γνωστή
ως πορεία της απάρνησης
(samnyasa).
Μία από τις πρώιμες
Upanishads που δίδαξε συγκεκριμένες
πρακτικές διαλογισμού
yoga ήταν η Maitrayaniya Upanishad από το 2ο ή 3ο αιώνα
π.χ.. Αυτή η Upanishad όρισε τη yoga ως
ένα μέσο ένωσης της αναπνοής
και του μυαλού χρησιμοποιώντας
τη συλλαβή OM. Σύμφωνα με
το συγγραφέα του, "η ενότητα
της αναπνοής και του μυαλού,
και επιπλέον των αισθήσεων,
και η εγκατάλειψη όλων
των όρων της ύπαρξης -αυτό
υποδεικνύεται ως yoga." Το
Maitrayaniya οδήγησε την έννοια της
yoga ένα βήμα μπροστά με την παρουσίαση
μιας πραγματικής μεθόδου
ή μιας πειθαρχίας για την
ένωση ή το ζέψιμο του συμπαντικού
Brahman με το Atman μέσα σε όλα τα όντα.
Αυτό το εξαπλό μονοπάτι
της yoga περιλαμβάνει τον έλεγχο
της αναπνοής (pranayama), την απόσυρση
των αισθήσεων (Pratyahara), τον διαλογισμό
(Dhyana), τη συγκέντρωση (Dharana), το στοχασμό
(tarka), και την απορρόφηση (Samadhi). Στοιχεία
από αυτό το εξαπλό μονοπάτι
διευρύνθηκαν κάπως και
θα ξαναέρθουν στην επιφάνεια
τον 2ο μΧ. αιώνα, στη Yoga Sutra του
Patanjali.
Η παλμική δύναμη του
ήχου, όπως εξηγείται στην
αρχέγονη λέξη OM, ήρθε να φανερώσει
την εσωτερική έννοια των
ενεργειών ενός yogi, και η ομιλία
επέτρεψε στο yogi να εκφράσει
αυτήν την έννοια. Σήμερα,
όπως στις ημέρες των Upanishads, οι
λέξεις του γκουρού μεταδίδουν
τη φρόνηση στους μαθητές
του και για τους πιο αφοσιωμένους
το να ψέλνουν το όνομα ενός
Θεού ή μιας Θεάς παραμένει
ένα ισχυρό όχημα για την μεταμόρφωση.
The Bhagavad Gita
Το πιο διάσημο –και
το πιο αγαπημένο– από όλα
τα κείμενα της γιόγκα, η
Bhagavad Gita, «Το Άσμα του Κυρίου»,
έχει τις ρίζες της στην
απόκρυφη, αποκαλυπτική
λογοτεχνική σύνθεση
των Upanishads. Κανείς δε γνωρίζει
με σιγουριά πόσο παλαιό
είναι αυτό το ιερό γραπτό
–με μεγάλη πιθανότητα χρονολογείται
από τον 3ο αιώνα πΧ.– αλλά
αυτό που γνωρίζουμε, είναι
ότι μας παρέχει την πιο περιεκτική
περιγραφή της γιόγκα για
εκείνη την εποχή. Η Gita, που
αργότερα ενσωματώθηκε
στο συγγραφικό έργο Mahabharata,
το πασίγνωστο ινδικό επικό
αφήγημα, συνένωσε ηθική
διδασκαλία και μυστικιστική
μαθητεία, καθώς ο θεός
Krishna δίδασκε στο μαθητή του
Arjuna για το δρόμο της ζωής.
Ενώ η Maitrayaniya Upanishad περίγραφε έναν
εξαμελή δρόμο προς την
απελευθέρωση, η Gita συνηγορεί
υπέρ μίας προσέγγισης
με τρεις αιχμές: karma yoga, η οδός
της προσφοράς, jnana yoga, η οδός
της σοφίας ή της γνώσης,
και bhakti yoga, η οδός της λατρείας.
Στη Bhagavad Gita, η jnana yoga σήμαινε το διαλογισμό,
ή την οδό της σοφίας, όπως
ίσχυε και για τις Upanishads. Χρησιμοποιώντας
αυτόν τον τύπο της γιόγκα,
ο ασκητής προσπαθούσε
να διακρίνει μεταξύ του
πραγματικού και του μη-πραγματικού,
σε μια προσπάθεια να διαχωρίσει
τον Εαυτό από τον μη-Εαυτό.
Η Karma Yoga της Gita είναι επίσης η οδός
της γιόγκα της δράσης, αυτό
που ο Krishna αποκαλούσε το
sva-dharma του Arjuna. Ως πολεμιστής,
ο Arjuna είχε την υποχρέωση (dharma)
να πολεμά ενάντια στις
δυνάμεις του κακού, με
οποιοδήποτε τίμημα. Και
εάν επρόκειτο να αποφασίσει
ότι δεν του αρέσει να πολεμά,
μήπως θα μπορούσε αντί
αυτού να πουλάει τα εμπορεύματά
του στην αγορά; Δε μπορεί,
του λέει ο Krishna. Δεν είναι
μέλος της τάξης των εμπόρων,
και δεν έχει δικαίωμα να
εκτελεί τα καθήκοντα
κάποιου άλλου. Στην πραγματικότητα,
το να κάνει κάποιος το
καθήκον του άσχημα, συσσωρεύει
καλύτερο κάρμα από το να
κάνει το καθήκον κάποιου
άλλου καλά. Και τι γίνεται
αν ο Arjuna γνωρίζει ότι η μάχη
στην οποία έχει εμπλακεί
είναι εσφαλμένη; Δεν πειράζει,
λέει ο Krishna. Το αποτέλεσμα
της μάχης δεν παίζει κανένα
ρόλο. Το καθήκον του Arjuna
είναι να πολεμά, ότι κι αν
συμβεί. Πρέπει να ασκεί
αυτό που η Gita αποκαλεί buddhi
yoga.
Η Buddhi yoga, η συγχώνευση σύμφωνα
με τη Bhagavad Gita των αρχών της karma yoga (γιόγκα
της δράσης) και της jnana yoga (γιόγκα
της γνώσης) , δίδασκε ότι
ο γιόγκι δεν πρέπει ποτέ
να προσκολλάται στο αποτέλεσμα
των πράξεών του. Αυτό που
είχε σημασία δεν ήταν το
αν ο Arjuna θα κέρδιζε ή θα έχανε
τη μάχη, αλλά μόνον ότι θα
έκανε το καθήκον του (sva-dharma),
και μετά θα προσέφερε τους
καρπούς των πράξεών του
στον Krishna, τον Κύριό του. Έτσι,
το sva-dharma του Arjuna, γινόταν ένα είδος
εσωτερικής θυσίας.
Η Gita αφιερώνει το μεγαλύτερο
μέρος από τα μετέπειτα κεφάλαιά
της στη bhakti yoga, την οδό της λατρείας,
κυριότερα λατρεία του
ίδιου του Krishna. Αν και ο γιόγκι
θα μπορούσε να επιτύχει
την απελευθέρωση μέσω
αυτού που η Gita αποκαλεί
«ανιδιοτελή δράση», θα
επιτύγχανε μία ακόμα υψηλότερη
κατάσταση αφύπνισης λατρεύοντας
τον Krishna.
Οι Upanishads
Η αρχή
της οικουμενικής συνειδητότητας,
ή Brahman, προήλθε μέσα από τη μεταφυσική
διδασκαλία των Upanishads. Η γιόγκα
έχει πολλά ονόματα για
αυτήν: Atman, ο υπερβατικός
Εαυτός, το Θείο, Isvara, Purusha, αγνή
συνειδητότητα, ο ατενίζων,
ο παρατηρητής, ο γνώστης,
δεν είναι παρά μερικά από
τα πιο δημοφιλή. Σύμφωνα
με αυτήν την άποψη της προ-κλασσικής
γιόγκα, τα πάντα ενυπάρχουν
μέσα σε αυτήν τη συνειδητότητα,
και τίποτα δεν υπάρχει
έξω από αυτήν . Είναι συγχρόνως
ο παρατηρητής και ο παρατηρούμενος
και ακόμη η πράξη της παρατήρησης.
Ο Purusha, όπως δίδασκαν οι Upanishads,
είναι παντογνώστης, αγνός,
αρσενικού φύλου, και άρρητος.
Ορισμένες σχολές γιόγκα
και Ινδουιστικής φιλοσοφίας
δίδασκαν ότι αυτή η οικουμενική
συνειδητότητα εκδηλώνεται
στα πάντα, ξεκινώντας από
την πιο χονδροειδή, ορατή
σφαίρα των πέντε bhutas (αέρας,
φωτιά, νερό, γη και αιθέρας)
και φθάνοντας έως τη λεπτοφυέστερη
σφαίρα της ψυχής ή Atman.
Samkya
Προς το μέσον της προ-κλασσικής
περιόδου, μία μάλλον ριζοσπαστική
μεταφυσική σχολή που
ονομάζεται Samkya, αναδύθηκε.
Αν και δεν ήταν μια σχολή
καθαυτής γιογκικής σκέψης,
αυτή η παράλληλη παράδοση
– που άνθισε κάπου μεταξύ
του 400 και του 200 π.Χ. και όφειλε
τη διδασκαλία της σε ένα
μυστηριώδη σοφό που ονομαζόταν
Kapila – ανέπτυξε τη βάση για μια
πιο σύγχρονη γιογκική
οπτική του κόσμου. Τι ήταν
αυτό που έκανε τη Samkhya τόσο
ριζοσπαστική; Σίγουρα
όχι το δόγμα της ότι οι γιόγκι
πρέπει να απαρνηθούν τον
κόσμο προκειμένου να τον
υπερβούν, και να απαλλαχθούν
από τα βάσανά τους. Η αρχή
της samnyasa (απάρνηση) είναι εξίσου
αρχαία με τις πρώτες Upanishads.
Την ίδια εποχή όπου η Samkhya ανεδείκνυε
αυτήν την καλά εδραιωμένη
αρχή, η δεσπόζουσα τάση
της γιογκικής φιλοσοφίας
διαισθανόταν ότι η απάρνηση,
από μόνη της, δεν ήταν αρκετή.
Οι γιόγκι έπρεπε να ασκήσουν
την karma yoga (την οδό της δράσης)
και τη jnana yoga (γνώση ή διαλογισμό)
προκειμένου να επιτύχουν
την αληθινή απελευθέρωση.
Η Samkhya έγινε ριζοσπαστική
όταν δίδαξε ότι ο ορατός
κόσμος δεν ήταν μια εκδήλωση
του Θείου. Σύμφωνα με τον
Kapila, η φύση και πρακτικά όλη
η δημιουργία, είναι ξεχωριστή
και διακριτή από την οικουμενική
συνειδητότητα, αν και ο
ορατός κόσμος μπορεί να
φωτιστεί από τον purusha. Ο πόνος,
σύμφωνα με τη σαμκχιακή
παράδοση, επέρχεται όταν
ο γιόγκι προσκολλάται
σε πράγματα που δεν είναι
ο Εαυτός, και όταν εσφαλμένα
ταυτίζει εκείνα τα πράγματα
με την αγνή συνειδητότητα
(purusha). Αν και αυτή η δυϊστική,
μάλλον αιρετική διδασκαλία,
δεν επέζησε του χρόνου,
η σαμκχιακή παράδοση δημιούργησε
μία σύνθετη κοσμολογία,
που επεξηγεί τη διαφορά
μεταξύ του παρατηρητή (purusha),
και αυτού που παρατηρείται.
Οι επερχόμενες σχολές
της γιόγκα απέρριψαν τη δυϊστική
άποψη των Σαμκχιακών σχετικά
με τον πόνο, αλλά δανείστηκαν
την ευρύτερη οπτική τους
σχετικά με τον κόσμο, η οποία
είναι κάπως έτσι:
Υπάρχουν
δύο ξεχωριστές μορφές
πραγματικότητας ή ύπαρξης
– ο purusha (το αγνό, υπερβατικό
πνεύμα, το οποίο είναι
αρσενικό), και η prakriti (ύλη ή φύση,
η οποία είναι θηλυκή). Ο
Purusha είναι παντογνώστης, δίχως
αρχή και δίχως τέλος. Δεν
έχει χαρακτηριστικά, και
είναι απόλυτα αμετάβλητος.
Απλά υφίσταται, ως αγνή
συνειδητότητα. Είναι ο
παρατηρητής. Η Prakriti, από την άλλη
πλευρά, βρίσκεται σε διαρκή
κίνηση, δημιουργική, δραστήρια,
ευδιάκριτη, αλλά μη-συνειδητή.
Είναι όλα όσα μπορούν να
παρατηρηθούν. Έχει, στην πραγματικότητα,
δημιουργήσει τα πάντα στο
σύμπαν, εκδηλώνοντας τον
εαυτό της με τρεις τρόπους:
sattva, rajas, και tamas. Οι τρεις αυτές
εκδηλώσεις της φύσης
της λέγονται gunas. Συνυπάρχουν
ταυτόχρονα, αλλά σε διαφορετικό
βαθμό εκδήλωσης, στα πάντα
μέσα στο σύμπαν. H Prakriti δημιουργεί
δυναμικά αυτά τα φαινόμενα,
ο Purusha παθητικά τα φωτίζει.
o Sattva είναι η guna του νου και
των γνωστικών αισθήσεων
(μάτια, αυτιά, μύτη, γλώσσα
και δέρμα). Ο νους συντονίζει
όλες τις βιολογικές
και ψυχικές δραστηριότητες,
και οι γνωστικές αισθήσεις
μας κρατούν συνδεδεμένους
με τον εξωτερικό κόσμο.
o Rajas είναι η guna των χονδροειδών
κινησιακών αντιδράσεων
και των σωματικών εμπειριών.
Όταν αυτή η guna υπερτερεί,
τα όργανα της επιθυμίας
– φωνή, χέρια, πόδια, πρωκτός
και γεννητικά όργανα – δραστηριοποιούνται.
Η Rajas δίνει τη δυνατότητα της
σωματικής εμπειρίας και
ελέγχει τη δραστηριότητα
του σώματος.
o Tamas είναι
η guna της σκοτεινότητας και
της αδράνειας. Όταν αυτή
η guna υπερτερεί, τα πέντε λεπτοφυή
στοιχεία ενεργοποιούνται.
Αυτά είναι η δυνατότητα
της όρασης, του ήχου, της
οσμής, της γεύσης και της
αφής, από τα οποία πηγάζει
η δομή της ύπαρξης.
Κατά
το ξεκίνημα του Σαμκχιακού
συστήματος, οι gunas ήταν ουδέτερες
εκδηλώσεις της prakriti. Μόνον
αργότερα συσχετίστηκαν
με συγκεκριμένες ιδιότητες.
Η Bhagavad Gita επίσης δίδασκε ότι
οι gunas προήλθαν από τη φύση,
αλλά πίστευε πως η ύπαρξή
τους συνέδεε τους ανθρώπους
με ένα συγκεκριμένο σώμα.
Η Sattva, για παράδειγμα, υποδήλωνε
καλοσύνη και αγνή ουσία.
Η Bhagavad Gita δίδασκε πως μία σαττβική
φύση είναι φωτεινή και αμόλυντη.
Το μειονέκτημα του να έχει
κάποιος σαττβική φύση,
είναι ότι ο γιόγκι θα μπορούσε
πολύ εύκολα να προσκολληθεί
στα χαρμόσυνα συναισθήματα
που αυτή δημιουργεί. Το
να είναι κάποιος ρατζασικός,
στη Gita, σήμαινε πως ήταν δεσμευμένος
και προσκολλημένος στη
δράση. Η ενέργεια Rajas είναι
δυναμική, παθιασμένη. Οι
μετέπειτα Upanishads ερμήνευσαν
τη rajas ως εμπαθή απληστία,
λαγνεία, πόθο, κτητικότητα,
πάθος, και προσκόλληση
σε υλικά αγαθά. Η tamas έγινε
γνωστή ως ένα εμπόδιο, που
θα μπορούσε να δεσμεύσει
ένα γιόγκι σε μια ζωή νωθρότητας,
αδιαφορίας και απελπισίας.
Η ενέργειά της είναι βαριά,
αργή, και χονδροειδής.
Αυτές οι gunas εμφανίζονται
αργότερα στα Yoga Sutras του Patanjali. Οι φιλόσοφοι της Samkhya πίστευαν
πως η μόνη διέξοδος για
τον γιόγκι απ’ αυτήν την
εσφαλμένη προσκόλληση
σε αντικείμενα και επιθυμίες,
είναι να απαρνηθεί τον κόσμο
ολότελα. Μέσω της απάρνησης,
ο γιόγκι μπορεί να βιώσει
την οικουμενική συνειδητότητα
και να ξεπεράσει τον φυσικό
κόσμο.
Η ΚΛΑΣΙΚΗ
ΓΙΟΓΚΑ
Ο Patanjali, γνωστός από τις Sutra
για την γιόγκα, ένας από
τους διασημότερους υπερασπιστές
της καθολικής φιλοσοφίας
Samkhya, ήταν στην πραγματικότητα
ένας αινιγματικός φιλόσοφος
και συγγραφέας καθολικά
γνωστός απλά ως Patanjali. Σχεδόν
κάθε δάσκαλος γιόγκα
είναι εξοικειωμένος
σήμερα µε την πραγματεία
του, καθώς τα γιόγκα Sutra,
θεωρούνται η πρώτη συστηματική
παρουσίαση της γιόγκα
και το έργο αυτό καθιστά
τον συντάκτη της ως πατέρα
της σύγχρονης γιόγκα. Στην
πραγματικότητα κανένας
δεν γνωρίζει ποιανού Patanjali
ήταν αυτή η πραγματεία και
η πατρότητα του κειμένου
αμφισβητείται ευρέως.
Ήταν ένας απλός γραµµατικός,
ένας δάσκαλος της φιλοσοφίας
Samkhya ή µια ενσάρκωση του Shesha,
του χιλιοκέφαλου γητευτή
φιδιών; Οποιοσδήποτε και
να ήταν και οτιδήποτε και
να έκανε, ο Patanjali κατάφερε να
πετύχει την αποκωδικοποίηση
και την καταγραφή των εννοιών
µιας αρχαίας, προφορικής
παράδοσης. Η συλλογή
µε τις 195 Sutras του (αφορισμοί
ή ‘λακωνικές δηλώσεις’)
που συντάχθηκε πιθανότατα
το δεύτερο αιώνα, παρέχει
την πρώτη πρακτική πραγματεία
πάνω στην καθημερινή ζωή,
αρχίζοντας µε το πώς να
άγει κανείς την κοινωνική
ζωή και καταλήγοντας
στην πράξη της τελικής απελευθέρωσης
ή του διαφωτισμού – της
Φώτισης. Επειδή ο Patanjali θεώρησε,
ότι η τελική απελευθέρωση
μπορεί να επιτευχθεί µόνο
µε τη βοήθεια ενός γκουρού,
αυτοί οι αφορισμοί δεν
είναι στην πραγματικότητα
ένας οδηγός αυτοβοήθειας
αλλά υπάρχουν για να βοηθήσουν
τον γκουρού στις διδασκαλίες
του. Όπως και οι οπαδοί
του Samkhya πριν από αυτόν, έτσι
και ο Patanjali αγκάλιασε την δυαδική
άποψη της ύπαρξης. Από τη µια
πλευρά δίδαξε πως υπάρχει
το Purusha, η απανταχού παρούσα
και πάντων γνωρίζοντας συνειδητότητα,
φτιαγμένη από άπειρα Άτμαν,
που παρακολουθούν καθώς
ο κόσμος ξεδιπλώνετε.
Το αρσενικό, άμορφο και
αόρατο Purusha δεν συνδέεται
με τίποτα. Ακίνητος και
όμως διεισδυτικός, απλά
βλέπει τα πάντα και ξέρει
τα πάντα. Η Prakriti, από την άλλη πλευρά,
είναι η φύση ενσαρκωμένη.
Το θηλυκό, ορατό και δυναµικό,
η Prakriti συνεχώς κινείται και
δημιουργεί και μεταβάλλεται
κατά την πορεία. Είναι όλα
αυτά, που είναι ορατά στον
κόσμο. Υπάρχει µόνο για
να εξυπηρετεί το purusha μία και
η prakriti είναι ασυναίσθητη και
αναίσθητη. Η φύση υπάρχει,
κατά τον Patanjali και τους άλλους
φιλοσόφους της Samkhya, µέσω
µιας σύνθετης αλληλεπίδρασης
µεταξύ των τριών gunas – sattva, rajas και
tamas – που είναι οι ορατές
πτυχές του χαρακτήρα της.
Παρόμοια µε την Bhagavad Gita, ο Patanjali, ταύτισε
αυτά τα gunas µε συγκεκριμένα
χαρακτηριστικά στους
ανθρώπους. Όταν το στοιχείο
της sattva αποκαλύπτει τον εαυτό
της, σύμφωνα µε αυτή τη φιλοσοφία,
η ενέργεια είναι ελαφριά,
σαφής και χαρούμενη. Η υπεροχή
των rajas παράγει τα εμπαθή συναισθήματα,
την επιθυμία και ακόμη και
την πλεονεξία, καθώς είναι
συνδεμένη µε τα κοσμικά
αγαθά. Όταν τα tamas υπερτερούν
η ενέργεια γίνεται αργή,
βαριά και πυκνή και μπορεί
να δεσμεύσει ένα πρόσωπο
σε µια ζωή νωθρότητας και
απελπισίας. Όπως οι φιλόσοφοι
της Samkhya, ο Patanjali θεώρησε ότι ο
πόνος προκύπτει όταν οι
άνθρωποι συνδέονται µε
τα εξωτερικά φαινόμενα,
όταν διατηρούν τους καρπούς
των ενεργειών τους ή όταν
τους τραβούν οι επιθυμίες
τους (όλα τα πρέπει, όλα
τα θέλω και οι ανάγκες
της ζωής) μακριά από τη σύνδεση
τους από µια υψηλότερη
συνειδητότητα. Ο Patanjali σκέφτηκε
ότι η σύγκρουση μεταξύ
των τριών gunas, το γεγονός ότι
η κάθε µια συναγωνίζεται
για την επικράτηση, ήταν η
καρδιά του ανθρώπινου
πόνου. Η Sattva μπορεί να φέρει
συναισθήματα ευτυχίας,
αλλά το να συνδεθούμε
µε εκείνα συναισθήματα
δεν είναι καλύτερο από
την προσκόλληση στην πλεονεξία
των rajas ή από την απελπισία
των tamas. Σαν τη Bhagavad Gita – και διαμετρικά
αντίθετα µε την εγκατάλειψη
που πρεσβεύει η Samkhya – ο Patanjali
έγραψε ότι µόνο η σκληρή
δουλειά (karma γιόγκα) και
ο βαθύς διαλογισμός (jnana
γιόγκα) μπορεί να ανακουφίσει
τον ανθρώπινο πόνο και να
οδηγήσει στην απελευθέρωση.
Στην πραγματικότητα µόνο
µέσω της αυστηρής επιμονής
στο μονοπάτι της γιόγκα
µε τα οκτώ πέταλα (Ashtanga γιόγκα)
μπορεί ο γιόγκι να εξημερώσει
τα gunas και να τα φέρει πίσω
στην ισορροπία, όπως υπήρξαν
στην αρχέγονη φύση. Τελικά,
λέει ο Patanjali, µε την απελευθέρωση
των συνδέσεων από τον φυσικό
κόσμο, ένας γιόγκι θα μπορούσε
να επιστρέψει στην υπερβατική
ποιότητα του purusha για να λάμψει
µέσω του αληθινού Εαυτού.
Αν και οι γιόγκι απέρριψαν
τελικά την δυαδικότητα
της φιλοσοφίας του Patanjali
εξ ολοκλήρου, συνέχισαν
να τη χρησιμοποιούν και
να επεκτείνονται πάνω στο
μονοπάτι του για την γιόγκα
µε τα οκτώ πέταλα. Αυτός
ο συνδυασμός των πρακτικών
χρησιμεύει ακόμα ως ένα
σχεδιάγραμμα για τη διαβίωση
στο κόσμο αλλά και ως
μέσο επίτευξης της Φώτισης,
παρόλο που οι σύγχρονοι
δάσκαλοι δεν πιστεύουν
ότι είναι απαραίτητο οι
μαθητές να τελειοποιούν
διαδοχικά τα angas-σκέλη.
Hatha Γιόγκα
H Hatha γιόγκα, από την οποία
προήλθαν οι φυσικές στάσεις
που ο δυτικός κόσμος
υιοθετεί τώρα, εμφανίστηκε
αρχικά τον ένατο ή δέκατο
αιώνα. Παρά τις μάλλον λεπτομερείς
και σύνθετες φιλοσοφικές
βάσεις της, δεν ήταν παρά
μια μικρή και κάπως ριζοσπαστική
σέκτα-κομμάτι κατά τη διάρκεια
της μετακλασικής περιόδου.
Στην πραγματικότητα, μεταξύ
κάποιων ινδουιστών της
περιόδου, η Hatha γιόγκα είχε
τη φήμη ότι δεν απείχε και
πολύ από το να είναι αιρετική
εξαιτίας της εστίασής
της στο φυσικό και του
ενθουσιασμού της για
τις μαγικές δυνάμεις. Οι
αρχές της Hatha γιόγκα προέκυψαν
από την Tantra και ενσωμάτωσαν
στοιχεία του βουδισμού,
της αλχημείας, και του
Shaivism ( της λατρεία του υπερβατικού
Shiva). Όπως οι tantrikas, οι hatha γιόγκοι
πίστευαν ότι η δημιουργία
των πολικοτήτων (αρσενικού
- θηλυκού, ζεστού - κρύου,
χαράς – λύπης ) προκαλεί
την οδύνη και επιφέρει την
ασθένεια, την αυταπάτη, και
τον πόνο. Η ίδια η ονομασία
hatha, -ένας συνδυασμός του
ha που σημαίνει ήλιος και
του tha που σημαίνει φεγγάρι,
υποδηλώνει την ένωση των
αντιθέτων. Hatha σημαίνει επίσης
δύναμη ή αποφασιστική προσπάθεια
και η γιόγκα μεταφράζεται
ως ζυγός ή ένωση. Επομένως
η hatha γιόγκα υπονοεί ότι
απαιτείται πολλή δύναμη,
πειθαρχία και προσπάθεια
ώστε να επιτευχθεί η ένωση
των αντίθετων δυνάμεων
και να επέλθει η ένωση σώματος
– νου. Τα μεγαλύτερα εμπόδια
στην εξάσκηση για το hatha γιόγκι
είναι η πλεονεξία, το μίσος,
η αυταπάτη, ο εγωισμός και
η προσκόλληση. Ενδιαφερόμενοι
λιγότερο για τη σεξουαλική
ένωση των αντιθέτων από τους
tantrikas, οι hatha γιόγκοι προσπάθησαν
να μετασχηματίσουν το φυσικό
σώμα στο λεπτοφυές, θείο
σώμα και με αυτόν τον τρόπο
να επιτύχουν την Φώτιση. Το
μετασχηματισμένο σώμα θεωρείτο
απρόσβλητο από ασθένειες,
χωρίς καμία ατέλεια, αιώνια
νεανικ, και ο φορέας παραφυσικών,
μαγικών δυνάμεων. Ωστόσο,
οι μαθητές της hatha yoga έπρεπε
πρώτα να μάθουν την περίπλοκη
φυσιολογία του σώματος,
συμπεριλαμβανομένων των
μυών, των οργάνων, των chakras (ενεργειακών
καναλιών) και των ιστών και
των Θεών που κυβερνούν
το καθένα. Οι Hatha γιόγκι έπρεπε
επίσης να εκτελέσουν
τελετουργικά καθαρισμού
πριν ξεκινήσουν την εξάσκηση
των asanas και της pranayama. Όπως με όλες
τις πρακτικές γιόγκα σε
εκείνη την εποχή οι μαθητές
της hatha γιόγκα λάμβαναν οδηγίες
από τους γκουρού τους. Αν κι αν η hatha γιόγκα παρέμεινε
ένα κάπως περιθωριοποιημένο
κομμάτι κατά τη διάρκεια
της μετακλασικής περιόδου,
παρήγαγε έναν εντυπωσιακό
αριθμό πραγματειών και
καθοδηγητικών εγχειριδίων.
Το πρώτο και αρχικό κείμενο
γράφτηκε από έναν γιόγκι
που ονομάστηκε Goraksha, το πρόσωπο
που συχνότερα θεωρείται
ο πατέρας της hatha γιόγκα. Όπως
οι περισσότεροι πρώτοι
γκουρού, ο Goraksha ήταν ένα μάλλον
αόριστο και μυστηριώδες
πρόσωπο. Πιθανόν ένα μέλος
της κάστας υφαντών στο
Punjab, έζησε μάλλον τον 9ο ή 10ο
αιώνα αν και τα πιο πρόσφατα
κείμενα γιόγκα hatha τον τοποθετούν
επίσης στο 12ο ή 13ο αιώνα.
Ο Goraksha ίδρυσε το τμήμα Natha των
γιόγκι και θεωρείτο από
μερικούς θαυματοποιός,
άγιος, και αξιοσέβαστος
δάσκαλος. Το πιο πρώιμο
σύγγραμμά του, το Siddha Siddhanta Paddhati, εισάγει
διάφορα σημαντικά στοιχεία
της hatha γιόγκα συμπεριλαμβανομένης
της ιδέας ότι το φυσικό
σώμα είναι μόνο ένα επίπεδο
ενσωμάτωσης. Υπάρχουν
πέντε άλλα, που κινούνται
από το πιο αδρό (garbha ή φυσικό)
σώμα προς το λεπτότερο
(para ή υπερβατικό) σώμα. Σκιαγραφεί
επίσης εννέα ενεργειακά
κέντρα ή chakras, τρία σημάδια ή
lakshya -οράματα και 16 σημεία ή
adhara, προς τα οποία ένας γιόγκι
στρέφει την προσοχή του
(ο αστράγαλος, ο αντίχειρας,
οι μηροί, ο ομφαλός, κλπ.)
Ο Svatmarama Yogin, που αποκαλούσε
τον εαυτό του μαθητή του
Goraksha (παρά το ότι ήρθε μερικούς
αιώνες αργότερα), έγραψε
μια δεύτερη πραγματεία,
τη Hatha Yoga Pradipika, πιθανώς κατά τη διάρκεια
του μέσου του 14ο αιώνα.
Αυτό το κείμενο περιγράφει
δέκα έξι στάσεις, οι περισσότερες
από τις οποίες είναι παραλλαγές
της Padmasana (της στάσης του λωτού),
διάφορα τελετουργικά
καθαρισμού, οκτώ τεχνικές
pranayama (πρώτιστα για την συγκράτηση
της αναπνοής) και δέκα mudras
ή σφραγίδες, με συγκεκριμένα
bandhas ή κλειδώματα για τον
έλεγχο της ροής της prana ή
δύναμης της ζωής. Όπως εξήγησε
ο Svatmarama προτού να μπορέσει
το μυαλό να ελέγξει τις
αισθήσεις, η αναπνοή πρέπει
να καταστήσει το μυαλό
ουδέτερο. Η σταθερή, ρυθμική
αναπνοή ηρεμεί το μυαλό,
ελευθερώνοντας το από
τις εξωτερικές αποσπάσεις
της προσοχής: ένα ήρεμο
μυαλό χαλιναγωγεί στη
συνέχεια τις αισθήσεις.
Αν και αποκλειστικά μη
δυιστικό στη φύση του, το
μονοπάτι με τα έξι στηρίγματα
της γιόγκα του Svatmarama ήταν αποκλειστικά
για την επίτευξη του Samadhi –
της Φώτισης μέσω της πρακτικής
της raja γιόγκα(η γιόγκα του
Patanjali). Το Gheranda Samhita, ένα εγχειρίδιο
του τέλους του 17ου αιώνα,
βασισμένο στη Hatha Yoga Pradipika, προτείνει
επτά niyamas, ή κανόνες απαραίτητους
για την εξάσκηση της γιόγκα:
καθαρότητα, συνέπεια, σταθερότητα,
διάρκεια, ελαφρότητα, αντίληψη
και μη μόλυνση (non defilement). Ο συντάκτης
του εγχειριδίου, ο σοφός
Gheranda, ορίζει 32 asanas και 25 mudras. Περιγράφει
επίσης ένα περίπλοκο σύστημα
εξαγνισμού.. Αλλά παρά την
έμφαση στο φυσικό σώμα,
ο Gheranda θεωρούσε ότι ένας
γιόγκι επιτυγχάνει την
απελευθέρωση ή την έκσταση
μόνο με την χάρη του γκουρού
του. Η περιεκτικότερη
-και η πιο δημοκρατική- πραγματεία
στη hatha γιόγκα, το Shiva Samhita πιθανόν
να έχει γραφτεί προς το
τέλος της μετακλασικής
περιόδου, στις αρχές του
18ου αιώνα. Υπογραμμίζει
ότι ακόμη και ένας κοινός
νοικοκύρης μπορεί να εξασκήσει
τη γιόγκα και να αποκομίσει
τα οφέλη της -μια ιδέα που
θα είχε τρομάξει τους
πρώτους υπερασπιστές
της γιόγκα. Το Shiva Samhita περιγράφει
την περίπλοκη εσωτερική
φυσιολογία, ονομάζει
84 διαφορετικές asanas -ο πιο
εκτεταμένος κατάλογος
μέχρι σήμερα- και περιγράφει
πέντε συγκεκριμένους
τύπους prana (ή δυνάμεων ζωής),
παρέχοντας σαφείς τεχνικές
για τη ρύθμισή τους. Δυστυχώς,
μόνο τέσσερις από τις asanas
περιγράφονται λεπτομερώς.
Ακριβώς όπως όλη τη φιλοσοφία
hatha γιόγκα, το Shiva Samhita υποστηρίζει
ότι η εκτέλεση των asanas θα θεραπεύσει
έναν γιόγκι από όλες τις
ασθένειες και θα επιφέρει
σε αυτόν μαγικές, υπεράνθρωπες
δυνάμεις.
Η γιόγκα
έρχεται στη Δύση
Το αμερικάνικο είδος
της γιόγκα που αγαπάμε
σήμερα εστιάζει πρωταρχικά
στις στάσεις του σώματος
που ονομάζονται asanas και είναι
έτσι σαφώς μια παραφυάδα
της hatha γιόγκα, αν και η jnana γιόγκα
(το μονοπάτι της γνώσης)
και η raja γιόγκα του Patanjali ήταν
οι πρώτες που κέρδισαν
έδαφος στη δύση...
Η σύγχρονη
μεταστροφή μιας Αρχαίας
Παράδοσης
Πώς έφθασε
η γιόγκα να γίνει η γυμναστική
με τις διπλώσεις, τις διατάσεις
και τις στροφές που βλέπουμε
σήμερα στα κέντρα γιόγκα
και στα κέντρα αναψυχής
σε όλο τον κόσμο; Ήταν τρεις
Ινδοί Swamis στις αρχές του
εικοστού αιώνα, εκείνοι
που έδωσαν, αθέλητα, τροφή
σ’ αυτήν τη σύγχρονη λατρεία
της σωματικής επιτηδειότητας,
μελετώντας ανεξάρτητα
και επεκτείνοντας το
ρεπερτόριο της Hatha Yoga και παρουσιάζοντας
το, όχι μόνο στο αμύητο κοινό,
αλλά και σε γυναίκες
επίσης. Ο Swami Kuvalayananda εστιάστηκε
κυρίως στο πώς ωφελείται
η υγεία από την εξάσκηση
της γιόγκα. Ο Swami Sivananda στο Rishikesh και
ο T. Krishnamacharya στο Mysore επικεντρώθηκαν
στην ανάπτυξη ενός πλουσιότερου,
πιο ποικίλου συστήματος
από asanas και τεχνικές pranayama. Οι
περισσότεροι ειδικοί
θα συμφωνούσαν πως η hatha yoga
την οποία απολαμβάνει
σήμερα ο Δυτικός κόσμος,
εξελίχθηκε μέσα από τη
δουλειά των τριών αυτών
ανδρών.
T. Krishnamacharya Ο άνθρωπος που αξίζει
τη μεγαλύτερη αναγνώριση,
επειδή δημιούργησε, ή τουλάχιστον,
επηρέασε τον τύπο της σωματικής
γιόγκα που οι Αμερικανοί,
οι Δυτικοευρωπαίοι,
και πολλοί Ασιάτες ενστερνίζονται
σήμερα, στην πραγματικότητα
δεν πάτησε ποτέ το πόδι
του σε Δυτικό έδαφος.
Κάπου στις αρχές του 1930,
αυτός ο νεαρός Ινδός, ο
Tirumalai Krishnamacharya, ανέλαβε να προασπίσει
την ομορφιά και τα οφέλη
των στάσεων γιόγκα (yoga asanas), να
τις ανυψώσει από τη σχετική
αφάνεια και να τις τοποθετήσει
παράλληλα με τις «αδελφές»
τους, bhakti, karma, και jnana yoga. (Σε μια βιογραφία
του, ο Krishnamacharya αναφέρει ότι η
εξάσκηση των asanas ήταν τόσο
ελάχιστα γνωστή στην Ινδία,
ώστε έπρεπε να πάει μέχρι
το Θιβέτ για να βρει ένα
δάσκαλο να τον διδάξει.)
Φυσικά, όπως όλοι οι σοβαροί
γιόγκoι, η εκπαίδευσή του
ξεκίνησε με τα Yoga Sutra του Patanjali,
και όχι με τη μελέτη των στάσεων.
Αλλά εξάλλου, ήταν μόνο
πέντε ετών όταν ο πατέρας
του ξεκίνησε να τον διδάσκει,
το 1893.
Κανείς στην πραγματικότητα
δε γνωρίζει την αληθινή
πορεία του Krishnamacharya στη γιόγκα,
ούτε καν η οικογένειά
του. Πράγματι, η ζωή του παραμένει
καλυμμένη με ένα πέπλο μύθων,
γεγονότων και αντικρουόμενων
αναμνήσεων. Όποιες κι αν
είναι οι ιστορικές λεπτομέρειες,
ο Krishnamacharya έγινε ο αδιαφιλονίκητος
πατέρας της σύγχρονης hatha
yoga. Εφ’ όσον το μεγαλύτερο
μέρος της Ινδικής πνευματικής
παράδοσης μεταδιδόταν
από το δάσκαλο στο μαθητή
για χιλιετηρίδες, είναι
κατανοητό το ότι και οι
hatha yogis που διδάσκουν τις σωματικές
στάσεις, θα επιθυμούσαν
μια εξίσου άρρηκτη αλληλουχία.
Δυστυχώς, δε φαίνεται
να υπάρχει τέτοια αλληλουχία.
Είτε προήλθε από το Yogarahasya,
ένα χαμένο αρχαίο κείμενο
που εμφανίστηκε στον Krishnamacharya
σε ένα όνειρο, είτε από
ένα χειρόγραφο σε πάπυρο
που λεγόταν Yoga Kαrunta, και αναφέρεται
ότι καταβροχθίστηκε από
μυρμήγκια, είτε από μία
ευφυή και δυναμική μίξη
asana, pranayama, Ινδικής πάλης και Βρετανικής
γυμναστικής, η γιόγκα του
Krishnamacharya αντιπροσωπεύει μία
μοναδική μετενσάρκωση
στον εικοστό αιώνα μίας
πλούσιας και αιώνια εξελισσόμενης
παράδοσης, οι θεμελιώδεις
αρχές της οποίας, ελάχιστα
έχουν ταλαντευθεί από
την εποχή των αρχαίων Upanishads. Επωφελούμαστε
από αυτήν τη γνώση κάθε φορά
που βρισκόμαστε πάνω σε
ένα στρωματάκι γιόγκα, σε
μία τάξη Ashtanga, Iyengar, Bikram, ή Viniyoga (ή οποιαδήποτε
παραλλαγή αυτών).
Ένα
αρχαίο κείμενο της γιόγκα
φαίνεται να επηρέασε τον
Krishnamacharya. Το Sritattvanidhi εμφανίστηκε πολύ
πρόσφατα στο προσκήνιο,
προερχόμενο από την προσωπική
βιβλιοθήκη του Μαχαραγιά
του Mysore στην Ινδία, όπου ο
Krishnamacharya έζησε και δίδαξε. Αυτή
η πραγματεία, που προέρχεται
από τις αρχές του δεκάτου
ενάτου αιώνα, προσφέρει
το πρώτο εγχειρίδιο που
είναι αποκλειστικά αφιερωμένο
στη σωματική άποψη της γιόγκα.
Δε θα βρείτε αναπνευστικές
τεχνικές, ούτε bandhas ή mudras να εκτελούνται,
ούτε chakras να ανοίγουν, ούτε
τελετουργίες καθαρμού
να ορίζονται. Με τις 122 στάσεις
του να επονομάζονται και
να απεικονίζονται, το Sritattvanidhi
επεκτείνει το ρεπερτόριο,
περιλαμβάνοντας στάσεις
που όλοι καταλήξαμε να
αγαπάμε – κατακόρυφα, στηρίξεις,
στάσεις Ashtanga τύπου πόδι-πίσω-από-το-κεφάλι,
ακόμη και αιωρήσεις από
σχοινιά – και μπορεί θαυμάσια
να είναι η απόδειξη που
αναζητούν οι γιόγκι ότι
μία πλήρως ανεπτυγμένη
εξάσκηση των asanas βρισκόταν
ήδη σε άνθηση πριν από τον
εικοστό αιώνα. Αυτή η καλά
ανεπτυγμένη εξάσκηση, παρ’
όλα αυτά, ενσωμάτωνε πολύ
περισσότερα από απλώς
παραδοσιακές asanas. Σύμφωνα
με τον Norman Sjoman, ειδικό της Σανσκριτικής
και συγγραφέα της «Παράδοσης
Γιόγκα του Παλατιού του
Mysore» (The Yoga Tradition of the Mysore Palace (Adhinav, 1999), το Sritattvanidhi φαίνεται
να έχει δανειστεί πολλά
από μία σειρά κινήσεων γυμναστικής,
από ασκήσεις πάλης, push-ups και
τεχνάσματα με σχοινιά, όπως
επίσης και από yoga asanas. Ο Sjoman λέει
ότι αυτός ο εκλεκτικισμός
ενέπνευσε και εμπλούτισε
τη διδασκαλία του Krishnamacharya.
Η δουλειά του Krishnamacharya ξεκίνησε
ένθερμα στη δεκαετία του
1930, όταν δέχτηκε την οικονομική
υποστήριξη του Μαχαραγιά
του Mysore, ο οποίος στράφηκε
στη γιόγκα εξ’ αιτίας της
εύθραυστης υγείας του.
Ο Krishnamacharya ξεκίνησε μαθήματα
σε ένα γυμναστήριο στο
Κολλέγιο Σανσκριτικής
Γλώσσας, με στόχο να παρουσιάσει
τη δύναμη της γιόγκα σε
όσο το δυνατό περισσότερους
σπουδαστές. Όπως και πολλοί
σύγχρονοι μαθητές της γιόγκα,
πάντως, οι σπουδαστές
του Krishnamacharya – κυρίως σωματικά
ικανοί, αθλητικοί, νεαροί
άνδρες – ενδιαφέρονταν
περισσότερο για την ανάπτυξη
δύναμης και καλής φυσικής
κατάστασης και για την
εκτέλεση σχεδόν αδύνατων
άθλων, παρά για τυχόν πνευματικές
διαστάσεις της πρακτικής.
Έτσι, ο Krishnamacharya δημιούργησε
σειρές ασκήσεων που εστιάζονταν
στην άθληση, συμπεριλαμβάνοντας
τη χρήση της αναπνοής και
το στοιχείο της διαλογιστικής
ενατένισης (drishti), σε μια δυναμική
ροή από στάσεις, που λέγεται
vinyasa, χρησιμοποιώντας όλα
τα βοηθητικά μέσα που είχε
στη διάθεσή του. Για να
προκαλεί το ενδιαφέρον
και να διατηρεί την προσοχή
των μαθητών του, ο Krishnamacharya ανέπτυξε
σειρές ασκήσεων αυξανόμενης
δυσκολίας, επιτρέποντας
στους μαθητές του να προχωρήσουν
στο επόμενο επίπεδο μόνον
εφ’ όσον είχαν αποκτήσει
δεξιοτεχνία στο προηγούμενο.
Μόλις ανέπτυξε και τελειοποίησε
τις σειρές ασκήσεών του,
ο Krishnamacharya ξεκίνησε τις περιοδείες.
Μαζί με τους μαθητές του,
έκαναν επιδείξεις ασκήσεων
γιόγκα, μπροστά σε κοινό
που τους επαινούσε σε
όλη την Ινδία. Καταλαβαίνοντας
ότι το ακροατήριό του προερχόταν
από διαφορετικά κοινωνικά
υπόβαθρα, ο Krishnamacharya προσάρμοσε
το μήνυμα της γιόγκα του
σε όλες τις κοσμοθεωρίες
και τους τρόπους ζωής,
κάτι αντίστοιχο με αυτό
που κάνουν και οι Δυτικοί
δάσκαλοι της γιόγκα σήμερα.
Τρεις από τους πιο διάσημους
μαθητές του Krishnamacharya προήλθαν
από τα χρόνια που δίδαξε
στο Mysore – ο Pattabhi Jois, που συνέχισε
να εξελίσσει τη σχολή
της Ashtanga Vinyasa yoga, η Indra Devi που έγινε γνωστή
ως η «Πρώτη Κυρία της Γιόγκα»
στην Αμερική, και ο B.K.S. Iyengar, που
δημιούργησε ένα δικό του
μοναδικό είδος πρακτικής
asanas, που έγινε γνωστό για
την προσοχή του στη σωστή
ευθυγράμμιση του σώματος,
και την εκτεταμένη χρήση
βοηθητικών μέσων.
Pattabhi Jois Ο Pattabhi Jois, που ακόμη διδάσκει
και ασκείται στο Mysore, δεν
ήταν παρά ένα νεαρό αγόρι
όταν συνάντησε τον Krishnamacharya σε
μία από τις γιόγκα - επιδείξεις
του. Ο Jois μαθήτευσε κοντά
στον Krishnamacharya για αρκετά χρόνια,
μέχρι που έφυγε για το
Κολλέγιο. Δάσκαλος
και μαθητής ξανασυναντήθηκαν
στο Mysore, στο Κολλέγιο Σανσκριτικής
Γλώσσας, και ο Jois έγινε ένας
πιστός οπαδός των μεθόδων
του Krishnamacharya. Ο Jois αναγνωρίζει
στο δάσκαλό του την τελειοποίηση
του συστήματος Ashtanga vinyasa, μία
παράδοση για την οποία
λέει ότι αντλεί την έμπνευσή
της από τα κλασσικά κείμενα
— Yoga Sutra, Bhagavad Gita, Hatha Yoga Pradipika— όπως επίσης
και από σύγχρονους Δυτικούς
τρόπους εκγύμνασης. Αυτό
το αυστηρό σύστημα ροής
asanas –ίσως η πιο σωματικά απαιτητική
πνευματική πειθαρχία (sadhana)
στη Δύση – έχει απήχηση στους
Δυτικούς ασκούμενους
που θέλουν να ωθούν τον
εαυτό τους στα άκρα. Τουλάχιστον
στην αρχή, πολλοί ενστερνίζονται
την έμφαση που δίνει η Ashtanga στη
δύναμη, την ευλυγισία και
την αντοχή, και δίνουν ελάχιστη
προσοχή στα άλλα της πλεονεκτήματα.
Ακριβώς όπως έκανε και
ο Krishnamacharya στο Mysore, ο Pattabhi Jois και οι μαθητές
του συνεχίζουν να διδάσκουν
μία σταθερή αλληλουχία
στάσεων (που συνδέονται
μέσω της αναπνοής), ο στόχος
της οποίας είναι να δημιουργήσει
«tapas», ή θερμότητα στο σώμα,
προκειμένου αυτό να καθαριστεί
και να εξαγνιστεί. Πολλοί
δάσκαλοι στις Ηνωμένες
Πολιτείες και στην Ευρώπη,
που αντλούν την έμπνευση
και τη διδασκαλία τους
από τον Pattabhi Jois, ταξιδεύουν συχνά
στην Ινδία, για περεταίρω
μελέτη μαζί του. Αν και ελάχιστοι
δάσκαλοι λαμβάνουν πραγματικά
πιστοποίηση από τον Jois, είναι
πολλοί αυτοί που επωφελούνται
από τα πλεονεκτήματα του
κληροδοτήματός του. Τα
μαθήματα Ashtanga-style ποικίλουν
από την πρώτη σειρά, το επίπεδο
αρχαρίων, που εστιάζεται
κυρίως σε διπλώσεις,
έως τη δεύτερη, τρίτη και
τέταρτη σειρά μαθημάτων,
οι οποίες προσφέρουν
υπερεκτάσεις, όρθιες
στάσεις, στροφές και στηρίξεις
αυξανόμενης δυσκολίας.
Όλα τα μαθήματα περιλαμβάνουν
μία σειρά ασκήσεων «Χαιρετισμών
στον Ήλιο» (Surya Namaskar), στην οποία
οι μαθητές πηδούν από τη
μία στάση στην επόμενη, συνδέοντας
με αυτόν τον τρόπο μία ποικιλία
από asanas. Όπως και στην πρακτική
της γιόγκα στα Yoga Sutra του Patanjali,
ο συνδυασμός των σωματικών
στάσεων με την προσοχή στην
αναπνοή, προσφέρει στον
σύγχρονο ashtangi σταθερότητα
και άνεση στο κορμί, αυξημένη
συνειδητότητα στο νου
και αίσθηση ψυχικής ανάτασης.
Indra Devi
Διατηρώντας τη μακρά παράδοση
της γιόγκα -του να διδάσκει
μόνο τους μυημένους, ο
Krishnamacharya δε σκέφτηκε ποτέ να
συμπεριλάβει γυναίκες
ή ξένους στα μαθήματά του.
Δυστυχώς για εκείνον,
η βασιλική οικογένεια
του Mysore επέμενε να διδάξει
μία αγαπητή φίλη της αυλής,
τη Zhenia Lubunskaia, γνωστή σήμερα ως
Indra Devi, η οποία ήταν συγχρόνως
και γυναίκα και Λετονή.
Απρόθυμα, ο Krishnamacharya συμφώνησε.
Φαντάστηκε πως θα αρκούσε
να την ωθήσει πέρα από τις
δυνατότητές της και να κάμψει
την αποφασιστικότητά της
ώστε εκείνη να εγκαταλείψει
την προσπάθεια. Αλλά η Lubunskaia
επέμεινε και τελικά έγινε
όχι μόνο μια ολοκληρωμένη
δασκάλα γιόγκα, αλλά
και μία καλή φίλη. Ως Indra Devi,
εισήγαγε τη γιόγκα στη
Σοβιετική Ένωση και το
1947 έφθασε στο Hollywood, όπου δίδαξε
διασημότητες όπως τη Gloria Swanson,
την Greta Garbo, τη Marilyn Monroe και τον Robert Ryan. Η Mataji, όπως
τη φωνάζουν χαϊδευτικά
οι οπαδοί της, επέλεξε
ένα ηπιότερο σύστημα γιόγκα
από τις σπουδές της με
τον Krishnamacharya. Η Sai Yoga της δεν είναι
μία συνεχής ροή στάσεων.
Χρησιμοποίησε κι εκείνη
την αναπνοή για την κίνηση
μέσα στη στάση και μεταξύ
των στάσεων, αλλά το σήμα
κατατεθέν της έχει μία
περισσότερο «ευλαβική»
απόχρωση. Πρόσθεσε ύμνους
και διαλογισμό ή προσευχή
κατά τη διάρκεια κάθε μαθήματος
και πρόσφερε μία κεντρική
asana στην οποία εστιάζονταν.
Η Mataji, που έχει έξι σχολές
γιόγκα στο Μπουένος Άιρες
της Αργεντινής, σταμάτησε
να διδάσκει λίγα μόλις
χρόνια πριν το θάνατό της
το 2002. Ήταν 102 ετών. Η μέθοδός
της στη γιόγκα συνεχίζει
να επηρεάζει σημαντικά
μαθητές γιόγκα σε ολόκληρο
τον κόσμο. Έχει εκπαιδεύσει
κυριολεκτικά εκατοντάδες
δασκάλους μέσα από τη
τετραετή, κολεγιακού
επιπέδου, σειρά μαθημάτων
της.
B.K.S. Iyengar Δεν ήταν εύκολο για τον
B.K.S Iyengar να είναι μαθητής του
Krishnamacharya, αν και συνεχίζει να
τιμά τον γκουρού του. Αντίθετα
με τον Pattabhi Jois και την Indra Devi, ο Iyengar δεν
θα αποζητά τον δάσκαλό
του, ούτε θα αναπολεί
με τρυφερότητα και νοσταλγία
τις ημέρες που μαθήτευε
κοντά του. Ο Iyengar μεγάλωσε
στο σπιτικό του Krishnamacharya ως κουνιάδος
του, ένα ισχνό, αρρωστιάρικο
παιδί που αναμφίβολα δεν
είχε πολλές ευκαιρίες
να γίνει γιόγκι. Επιφορτιζόταν
περισσότερο με καθήκοντά
περιποίησης του κήπου
ή αγγαρείες που ο Krishnamacharya
του ανέθετε. Όταν ο καλύτερος
μαθητής του Krishnamacharya εξαφανίστηκε
από το σπίτι λίγες μόνο
μέρες πριν από μία σημαντική
επίδειξη στάσεων γιόγκα,
ο Krishnamacharya δεν είχε περιθώρια
επιλογής παρά να διδάξει
αυτόν τον μικρό και αδύναμο
μαθητή του με την ελπίδα
ότι θα ανταποκρινόταν στην
περίσταση. Και πραγματικά,
όχι μόνο κατάφερε να εκτελέσει
θαυμάσια πολύ δύσκολες
ασάνες στην επίδειξη, αλλά
και συνέχισε ως βοηθός
του Krishnamacharya στα μαθήματά του
και στις επιδείξεις σε
όλη την περιοχή. Η σύντομη
μαθητεία του με τον σκληρό
δάσκαλο έληξε όταν ο Krishnamacharya
του ζήτησε να αναλάβει
ένα γυναικείο τμήμα στην
βόρεια επαρχία Karnataka Pradesh – μια
μάλλον αποτρεπτική εργασία
–την οποία δέχτηκε ο Iyengar.
Από τότε παρέμεινε εκατοντάδες
μίλια μακριά από τον δάσκαλό
του, ευτυχισμένος όπως
φάνηκε.
Εν μέρει λόγω
αυτής τη απόστασης, ο Iyengar
έπρεπε να εξερευνήσει
μόνος του τις στάσεις
του Krishnamacharya. Χρησιμοποίησε
το σώμα του για εργαστήριο,
συγκεντρώθηκε με ακρίβεια
τόσο στην εσωτερική όσο
και στην εξωτερική εξισορρόπηση,
καθώς προσπαθούσε να
καταλάβει τι αποτελέσματα
είχε η κάθε στάση στα εσωτερικά
όργανα καθώς και στο σκελετικό
σύστημα. Εφόσον ο Iyengar καταλάβαινε
ακριβώς τον τρόπο που λειτουργούσε
η κάθε asana, την προσάρμοζε
έτσι ώστε να ταιριάζει
στα σώματα και τις ανάγκες
υγείας των μαθητών του.
Όπως ο Krishnamacharya προσάρμοσε τις
σειρές των ασκήσεων του
στην ανταγωνιστική φύση
των καλογυμνασμένων νεαρών
αθλητών του, ο Iyengar τις απλοποίησε
και τις προσάρμοσε ακόμη
και με την χρήση βοηθημάτων
για τους λιγότερο ευλύγιστους
και μεγαλύτερους σε
ηλικία μαθητές του. Καθώς
οι γηραιότεροι και λιγότερο
γυμνασμένοι μεταξύ αυτών
άρχισαν να ψάχνουν βοήθεια
για τις ασθένειες τους,
ο Iyengar ανέλαβε την πρόκληση
να δημιουργήσει θεραπευτικές
σειρές ασκήσεων. Αυτή
η έμφαση στο φυσικό σώμα
έγινε το χαρακτηριστικό
της Iyengar Yoga και η διαισθητική
του, σχεδόν αλάνθαστη ικανότητα
να θεραπεύει μέσω των asanas
έγινε θρύλος. Βλέπει το
σώμα σαν ένα λεπτεπίλεπτο
και υψηλής ευαισθησίας
όργανο / εργαλείο, του
οποίου οι δονήσεις, λέει,
εκφράζουν την αρμονία η
δυσαρμονία μέσα του. Πιστεύει
ότι οι asanas βοηθούν το σώμα
να δημιουργεί ή να ξαναδημιουργεί
την εσωτερική αρμονία. Όταν
εκτελούνται σωστά οι
asanas συγχρονίζουν τους ρυθμούς
του σώματος σε φυσικό,
ψυχολογικό και πνευματικό
επίπεδο. Σε αντίθεση με
τους Krishnamacharya, Pattabhi Jois & Indra Devi, ο Iyengar περιμένει
μέχρι ο μαθητευόμενος
να τελειοποιήσει τις
asanas για να συμπεριλάβει την
pranayama στην μέθοδο του. Επίσης
δεν συνδέει τις ασάνες.
Επιλέγει ασάνες που συνεργάζονται,
αλλά το κύριο μέλημα του
είναι πως να επιφέρουν
την ισορροπία μέσα στο σώμα,
παρά πως να συνδέονται μεταξύ
τους. Ο Iyengar συνεχίζει να
διδάσκει μαζί με την κόρη
του Geeta και τον γιο του Prasant
στο κέντρο του στο Pune της
Ινδίας. Οι υποστηρικτές
του έχουν διαδώσει την
Iyengar Yoga σε όλο τον πλανήτη, δημιουργώντας
την πιο διαδεδομένη "σχολή"
στον κόσμο. Ακόμη και αυτοί
που διδάσκουν άλλες
μεθόδους, συχνά υμνούν
την μέθοδο του Iyengar για τον
τρόπο που τους επιτρέπει
να κατανοούν το σώμα, για
την αρχιτεκτονική των asanas καθώς
και για το πως μπορούν να
τροποποιηθούν οι asanas αν είναι
απαραίτητο. Ο καθένας
από τους διακεκριμένους
μαθητές του Krishnamacharya πήρε από
αυτόν πολύ σημαντικά αλλά
και πολύ διαφορετικά
μαθήματα. Ο Pattabhi Jois έλαβε τα
μαθήματα για τις vinyasa και τις
διέδωσε σε όλο τον κόσμο,
σχεδόν κατά λέξη, η Indra Devi γοητεύτηκε
από την διαδοχικότητα των
asanas και εμπλούτισε την διδασκαλία
με μια ανεπτυγμένη αίσθηση
αφοσίωσης και διαλογισμού
και ο Iyengar έμαθε την δύναμη
της προσαρμογής και του
αυτοσχεδιασμού για να
καλύπτει τις ανάγκες
των μαθητών του, μια πρακτική
που την συνεχίζει και μέχρι
σήμερα. Ένας τέταρτος δάσκαλος
εκτέλεσε τις διδασκαλίες
του Krishnamacharya με έναν πολύ διαφορετικό
τρόπο. Ο Krishnamacharya ήταν μεγάλος
σε ηλικία και αρκετά υπομονετικός
και συνέχιζε να εξελίσσει
την κατανόηση του για τις
asanas της yoga, όταν ο γιος του TKV
Desikachar άρχισε να εκφράζει ενδιαφέρον
για να μάθει.
TKV Desikachar
Όταν ο Desikachar ζήτησε από τον
πατέρα του να τον διδάξει,
η δουλεία του Krishnamacharya είχε
αλλάξει, με τον τρόπο που
άλλαξε και αυτή του Iyengar.
H Yoga δεν ήταν πλέον μόνο για
τους επίλεκτους λίγους
που ήταν δυνατοί και αρκετά
ευλύγιστοι για να αντιμετωπίσουν
τις προκλήσεις του, ή
πνευματικά συντονισμένοι
για να τις καταλάβουν.
Για να επιβιώσει σαν δάσκαλος
ο Krishnamacharya σκέφτηκε ότι έπρεπε
να ανοίξει τις πόρτες του
σε όλων των ειδών τους
μαθητές, συμπεριλαμβάνοντας
και αυτούς με σωματικούς
περιορισμούς και ακόμα
και αυτούς που δεν ήταν
hindus. Έπειτα έπρεπε να βρει
τον τρόπο που θα τους διδάξει.
Δουλεύοντας έναν-έναν
του μαθητές ο Krishnamacharya επινόησε
συγκεκριμένες πρακτικές
για τον κάθε μαθητή. Μερικές
φορές άλλαζε την σειρά
των asanas ή την διάρκεια και την
συχνότητα της αναπνοής,
άλλες φορές τροποποιούσε
ή απλοποιούσε τις asanas για
να επιτύχει ιδιαίτερους
στόχους. Καθώς ο μαθητής
έφτανε στις αναμενόμενες
επιδόσεις, ο Krishnamacharya άλλαζε
την "συνταγή" του, για να
επιτρέψει στον μαθητή να
αναπτυχθεί στην πρακτική
και να γνωρίσει τις πνευματικές
προοπτικές της παράδοσης.
Αυτή η τεχνική ήταν η βάση
για την ερμηνεία του Desikachar για
την δουλειά του Krishnamacharya, η οποία
ονομάστηκε Viniyoga.
O Desikachar ήταν
ήδη ενήλικος και είχε
τελείωσε το πανεπιστήμιο
με πτυχίο μηχανικού, όταν
αποφάσισε να αφιερώσει
την ζωή του στην μελέτη της
Yoga. Προφανώς είδε τον πατέρα
του, τον πάντα σωστό Βραχμάνο,
να αγκαλιάζει μια γυναίκα
που ήρθε για να τον ευχαριστήσει
που της θεράπευσε την
αϋπνία. Ο Desikachar η σοκαρίστηκε
από την αντίδραση της γυναίκας
ή εντυπωσιάστηκε από την
ικανότητα του πατέρα του
να την θεραπεύσει, ήθελε
πάντως να μάθει περισσότερα.
Η αντίδραση του Krishnamacharya στην
αλλαγή του γιου του
ήταν παρόμοια με αυτήν όταν
ο Indra Devi και ο Iyengar ήθελαν να μάθουν,
περισσότερο τον ενόχλησε
παρά τον ευχαρίστησε. Για
να δοκιμάσει την απόφαση
του Desikachar, ο πατέρας του άρχιζε
τα μαθήματα στις 3.30 π.μ. για
επτά μέρες την εβδομάδα.
Συμφώνησε να επικεντρωθεί
μόνο στις asanas και την pranayama εφόσον
ο Desikachar δεν είχε κανένα ενδιαφέρον
για τον Θεό. O Desikachar συνέχισε
την μελέτη της Yoga για 28 χρόνια
για να μπορέσει τελικά
να καταλάβει και να ενσωματώσει
την πνευματική διάσταση
της yoga. Καθώς δίδασκε τον
γιό του , ο Krishnamacharya συνέχισε
να εκλεπτύνει το σύστημα
του σε ένα εξατομικευμένο
πρόγραμμα από asanas, pranayama και αφοσιωμένο
chanting. Δημιούργησε προγράμματα
για νέους, για μεσήλικες
και για ηλικιωμένους.
Η νιότη σας, αιτιολογούσε
ο Krishnamacharya, είναι η εποχή για να
δυναμώσετε τους μύες
σας και για να αναπτύξετε
την ευλυγισία σας, μέσα
από αυξανόμενης πρόκλησης
σειρές yoga, καθώς ωριμάζετε
στα χρόνια της καριέρας
σας και της οικογενειακής
σας ζωής, η yoga σας θα πρέπει
να σας διατηρεί υγιείς
και χωρίς στρες. Στα αργότερα
χρόνια σας, καθώς η εστίαση
σας γίνεται πιο εσωτερική
και οι σκέψεις σας γυρίζουν
προς τον Θεό, η yoga σας θα πρέπει
να έχει πιο πνευματική διάσταση. Ο Desikachar αφιέρωσε την ζωή του
στο να διαδώσει το μήνυμα
του Krishnamacharya για την yoga στους δυτικούς
και να ενισχύσει την σύνδεση
της με την επιστήμη και την
ιατρική. Όπως η yoga του Iyengar, έτσι
και η Viniyoga του Desikachar επικεντρώνεται
στο να προσαρμόσει τις
σειρές της yoga στις ανάγκες
του ατόμου και όπως η yoga
του Pattabhi Jois, δίνει έμφαση στην
δύναμη της αναπνοής. Εντούτοις
η εστίαση της Viniyoga βρίσκεται
κάπου μεταξύ της ακρίβειας
του Iyengar και την δυναμικών
κινήσεων του Pattabhi Jois. Το μάθημα
της Viniyoga είναι πιο αργό από
αυτό της Ashtanga, αν και συντονίζει
την αναπνοή με την κίνηση.
Όπως και η Iyengar Yoga, είναι γνωστή
για τις θεραπευτικές
της εφαρμογές, αν και η Viniyoga
εστιάζεται λιγότερο
στην εξισορρόπηση και περισσότερο
στην εναλλαγή της διάρκειας
και του ρυθμού των εισπνοών
και των εκπνοών. Αν και δεν
είναι ακόμα τόσο γνωστή
στις ΗΠΑ όσο η Iyengar και η Ashtanga yoga,
η Viniyoga έχει αγγίξει τις ζωές
αμέτρητων μαθητών σε όλο
τον κόσμο.